Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλείσιμο

/ˈkli.si.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  5. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  6. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  7. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
  8. μουσικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλείσιμο < (κλείνω) κλεισ- + -ιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλείσιμοκλεισίματα
Γενικήκλεισίματοςκλεισιμάτων
Αιτιατικήκλείσιμοκλεισίματα
Κλητικήκλείσιμοκλεισίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →