κλείσιμο
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
- μουσικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλείσιμο < (κλείνω) κλεισ- + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλείσιμο | κλεισίματα |
| Γενική | κλεισίματος | κλεισιμάτων |
| Αιτιατική | κλείσιμο | κλεισίματα |
| Κλητική | κλείσιμο | κλεισίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →