κλειδαρότρυπα
•
- τρύπα σε κλειδαριά, όπου τοποθετείται το κλειδί, για να κλειδώσει ή ξεκλειδώσει την κλειδαριά Βικιλεξικό
- Παρόμοιου σχήματος και χρήσης δακτύλιοι έχουν βρεθεί σε διάφορες θέσεις, όπως η Όλυνθος, και η χρήση που τους αποδίδεται είναι η ενίσχυση κλειδαρότρυπων (Γιαννουλάκη Μαρία, Αρχαία μεταλλουργική τεχνολογία και θέματα συντήρησης σιδερένιων και χάλκινων αντικειμένων από την Αρχαία Μεσσήνη, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, 2013 σελ. 297 https://core.ac.uk/download/pdf/132821992.pdf)
Ετυμολογία
κλειδαρότρυπα < κλειδαρ(ιά) + -ό- + τρύπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλειδαρότρυπα | κλειδαρότρυπες |
| Γενική | κλειδαρότρυπας | κλειδαρότρυπων |
| Αιτιατική | κλειδαρότρυπα | κλειδαρότρυπες |
| Κλητική | κλειδαρότρυπα | κλειδαρότρυπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →