τρύπα
•
- κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα Βικιλεξικό
- άνοιξε μια μικρή τρύπα στον τοίχο για εξαερισμό
- και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
- κατ’ επέκτασηάνοιγμα σε κάποιο σώμα Βικιλεξικό
- η τρύπα του όζοντος απειλεί την υγεία μας
- συνεκδοχικάκενό, άνοιγμα, έλλειψη ή έλλειμμα Βικιλεξικό
- υπάρχει τρύπα στα δημοσιονομικά
- εκμεταλλεύτηκε την τρύπα στην άμυνα του αντιπάλου και διείσδυσε
- βρήκε τρύπα στο νόμο και λειτουργούσε δίχως άδεια
Ετυμολογία
τρύπα < ελληνιστική κοινή τρῦπα < αρχαία ελληνική τρύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *truH-p-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρύπα | τρύπες |
| Γενική | τρύπας | τρυπών |
| Αιτιατική | τρύπα | τρύπες |
| Κλητική | τρύπα | τρύπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →