Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρύπα

/ˈtɾi.pa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα Βικιλεξικό
    • άνοιξε μια μικρή τρύπα στον τοίχο για εξαερισμό
    • και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
  2. κατ’ επέκτασηάνοιγμα σε κάποιο σώμα Βικιλεξικό
    • η τρύπα του όζοντος απειλεί την υγεία μας
  3. συνεκδοχικάκενό, άνοιγμα, έλλειψη ή έλλειμμα Βικιλεξικό
    • υπάρχει τρύπα στα δημοσιονομικά
    • εκμεταλλεύτηκε την τρύπα στην άμυνα του αντιπάλου και διείσδυσε
    • βρήκε τρύπα στο νόμο και λειτουργούσε δίχως άδεια

Ετυμολογία

τρύπα < ελληνιστική κοινή τρῦπα < αρχαία ελληνική τρύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *truH-p-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρύπατρύπες
Γενικήτρύπαςτρυπών
Αιτιατικήτρύπατρύπες
Κλητικήτρύπατρύπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →