κλειστός
•
- για άνοιγμα ή πέρασμα που κλείστηκε, φράχτηκε ή μπλόκαρε και δεν επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να περάσει Βικιλεξικό
- Έχουμε κλειστά τα παράθυρα το βράδυ για να μην μπούνε μέσα τα κουνούπια.
- Δεν κοιμάμαι με τις κουρτίνες κλειστές, μου αρέσει το πρωινό φως.
- Κλειστά τα βόρεια σύνορα από τις κινητοποιήσεις των φορτηγατζήδων.
- για κάτι στο οποίο η πρόσβαση ή η συμμετοχή είναι περιορισμένη Βικιλεξικό
- κλειστά επαγγέλματα
- για γραφείο, κατάστημα, υπηρεσία κλπ. που δεν λειτουργεί για μικρό συνήθως χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- Όταν πέρασα από το μαγαζί, ήταν κλειστό λόγω διακοπών.
- μεταφορικάμη κοινωνικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν εκδηλώνει εύκολα σε άλλους τις σκέψεις του ή τα συναισθήματά του Βικιλεξικό
- Είναι πολύ κλειστός τύπος αλλά παρόλο αυτό καλό παιδί.
- που τον κρατά μυστικό κάποιος, που δεν τον φανερώνει σε άλλους Βικιλεξικό
- Κλειστά τα χαρτιά της κυβέρνησης όσον αφορά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις.
- γλωσσολογίαπου προκαλείται από απότομο κλείσιμο και άνοιγμα του ρεύματος αέρα μέσα στο στόμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλειστός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κλειστός (που μπορεί να κλείσει)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλειστός | κλειστή | κλειστό |
| Γενική | κλειστού | κλειστής | κλειστού |
| Αιτιατική | κλειστό | κλειστή | κλειστό |
| Κλητική | κλειστέ | κλειστή | κλειστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλειστοί | κλειστές | κλειστά |
| Γενική | κλειστών | κλειστών | κλειστών |
| Αιτιατική | κλειστούς | κλειστές | κλειστά |
| Κλητική | κλειστοί | κλειστές | κλειστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →