Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλειστός

/klisˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνοιγμα ή πέρασμα που κλείστηκε, φράχτηκε ή μπλόκαρε και δεν επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να περάσει Βικιλεξικό
    • Έχουμε κλειστά τα παράθυρα το βράδυ για να μην μπούνε μέσα τα κουνούπια.
    • Δεν κοιμάμαι με τις κουρτίνες κλειστές, μου αρέσει το πρωινό φως.
    • Κλειστά τα βόρεια σύνορα από τις κινητοποιήσεις των φορτηγατζήδων.
  2. για κάτι στο οποίο η πρόσβαση ή η συμμετοχή είναι περιορισμένη Βικιλεξικό
    • κλειστά επαγγέλματα
  3. για γραφείο, κατάστημα, υπηρεσία κλπ. που δεν λειτουργεί για μικρό συνήθως χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
    • Όταν πέρασα από το μαγαζί, ήταν κλειστό λόγω διακοπών.
  4. μεταφορικάμη κοινωνικός Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάπου δεν εκδηλώνει εύκολα σε άλλους τις σκέψεις του ή τα συναισθήματά του Βικιλεξικό
    • Είναι πολύ κλειστός τύπος αλλά παρόλο αυτό καλό παιδί.
  6. που τον κρατά μυστικό κάποιος, που δεν τον φανερώνει σε άλλους Βικιλεξικό
    • Κλειστά τα χαρτιά της κυβέρνησης όσον αφορά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις.
  7. γλωσσολογίαπου προκαλείται από απότομο κλείσιμο και άνοιγμα του ρεύματος αέρα μέσα στο στόμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλειστός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κλειστός (που μπορεί να κλείσει)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλειστόςκλειστήκλειστό
Γενικήκλειστούκλειστήςκλειστού
Αιτιατικήκλειστόκλειστήκλειστό
Κλητικήκλειστέκλειστήκλειστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλειστοίκλειστέςκλειστά
Γενικήκλειστώνκλειστώνκλειστών
Αιτιατικήκλειστούςκλειστέςκλειστά
Κλητικήκλειστοίκλειστέςκλειστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →