Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοιχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ανοίξει Βικιλεξικό
  2. που έχει μετακινηθεί ώστε να επιτρέπει τη διέλευση Βικιλεξικό
    • ανοιχτή πόρτα, ανοιχτό παράθυρο
  3. για αισθητήρια όργαναπου επιτελούν τη λειτουργία τους Βικιλεξικό
    • ανοιχτά μάτια (με τα βλέφαρα ανεβασμένα)
  4. μεταφορικάπου είναι φιλόξενος Βικιλεξικό
    • ανοιχτό σπίτι
  5. για χώροστον οποίο επιτρέπεται η είσοδος ή η διέλευση Βικιλεξικό
    • ανοιχτό κανάλι, ανοιχτός δρόμος
  6. για χώροπου δεν είναι σκεπασμένος, που δεν περιέχει οικοδομήματα ή άλλα προσκόμματα Βικιλεξικό
  7. που επιτρέπεται να εξελιχθεί προς πολλές κατευθύνσεις Βικιλεξικό
    • όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά
  8. που διεξάγεται δημόσια Βικιλεξικό
    • Σας καλούμε σε ανοιχτή συζήτηση.
  9. που επιτελείται εκτός ενός χώρου, συνήθως προβλεπόμενου για κάποιες ενέργειες, ή χωρίς να χρειάζεται διανομή σε αυτόν Βικιλεξικό
    • ανοικτή περίθαλψη, ανοιχτή περίθαλψη
    • Δε χρειάζεται να μείνετε άλλο στο κέντρο αποκατάστασης· στο εξής θα ακολουθήσουμε μέθοδο αποθεραπείας ανοικτού τύπου.
  10. που λειτουργεί και δέχεται κοινό Βικιλεξικό
    • Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά τα απογεύματα της Πέμπτης.
  11. σε λειτουργία Βικιλεξικό
    • το φως είναι ανοιχτό, η βρύση είναι ανοιχτή, ο υπολογιστής είναι ανοιχτός
  12. που δεν είναι σκεπασμένος με κάποιο πώμα, βούλωμα Βικιλεξικό
    • ανοιχτό κουτί, μπουκάλι
  13. που αιμορραγεί (και μεταφορικά) Βικιλεξικό
    • ανοιχτό τραύμα, ανοιχτή πληγή
  14. απλωμένος, που είναι ξεδιπλωμένος Βικιλεξικό
    • ανοιχτή βεντάλια
  15. για χρώμα& ανοιχτο- Βικιλεξικό
  16. που δηλώνει εύρος Βικιλεξικό
    • ανοιχτή στροφή
  17. πληροφορικήπου έχουν περάσει τα περιεχόμενά του στην κύρια μνήμη και απεικονίζονται στην οθόνη ή άλλη συσκευή εξόδου Βικιλεξικό
    • Υπάρχει ήδη ένα αρχείο ανοιχτό με το ίδιο όνομα.
  18. πληροφορικήπου ο καθένας μπορεί να τον εξετάσει και τροποποιήσει ελεύθερα Βικιλεξικό
    • ανοιχτός κώδικας
  19. οικονομίαπου επιτρέπει σε δύο συμβαλλόμενα μέρη να τακτοποιούν τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες Βικιλεξικό
    • ανοιχτός λογαριασμός

Ετυμολογία

ανοιχτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνοιχτός < ελληνιστική κοινή ἀνοικτός, με τροπή του [kt] σε [xt] < αρχαία ελληνική ἀνοίγω, ἀνοικ- + κατάληξη ρηματικού επιθέτου

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιχτόςανοιχτήανοιχτό
Γενικήανοιχτούανοιχτήςανοιχτού
Αιτιατικήανοιχτόανοιχτήανοιχτό
Κλητικήανοιχτέανοιχτήανοιχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοιχτοίανοιχτέςανοιχτά
Γενικήανοιχτώνανοιχτώνανοιχτών
Αιτιατικήανοιχτούςανοιχτέςανοιχτά
Κλητικήανοιχτοίανοιχτέςανοιχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →