ανοιχτός
•
- που έχει ανοίξει Βικιλεξικό
- που έχει μετακινηθεί ώστε να επιτρέπει τη διέλευση Βικιλεξικό
- ανοιχτή πόρτα, ανοιχτό παράθυρο
- για αισθητήρια όργαναπου επιτελούν τη λειτουργία τους Βικιλεξικό
- ανοιχτά μάτια (με τα βλέφαρα ανεβασμένα)
- μεταφορικάπου είναι φιλόξενος Βικιλεξικό
- ανοιχτό σπίτι
- για χώροστον οποίο επιτρέπεται η είσοδος ή η διέλευση Βικιλεξικό
- ανοιχτό κανάλι, ανοιχτός δρόμος
- για χώροπου δεν είναι σκεπασμένος, που δεν περιέχει οικοδομήματα ή άλλα προσκόμματα Βικιλεξικό
- που επιτρέπεται να εξελιχθεί προς πολλές κατευθύνσεις Βικιλεξικό
- όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά
- που διεξάγεται δημόσια Βικιλεξικό
- Σας καλούμε σε ανοιχτή συζήτηση.
- που επιτελείται εκτός ενός χώρου, συνήθως προβλεπόμενου για κάποιες ενέργειες, ή χωρίς να χρειάζεται διανομή σε αυτόν Βικιλεξικό
- ανοικτή περίθαλψη, ανοιχτή περίθαλψη
- Δε χρειάζεται να μείνετε άλλο στο κέντρο αποκατάστασης· στο εξής θα ακολουθήσουμε μέθοδο αποθεραπείας ανοικτού τύπου.
- που λειτουργεί και δέχεται κοινό Βικιλεξικό
- Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά τα απογεύματα της Πέμπτης.
- σε λειτουργία Βικιλεξικό
- το φως είναι ανοιχτό, η βρύση είναι ανοιχτή, ο υπολογιστής είναι ανοιχτός
- που δεν είναι σκεπασμένος με κάποιο πώμα, βούλωμα Βικιλεξικό
- ανοιχτό κουτί, μπουκάλι
- που αιμορραγεί (και μεταφορικά) Βικιλεξικό
- ανοιχτό τραύμα, ανοιχτή πληγή
- απλωμένος, που είναι ξεδιπλωμένος Βικιλεξικό
- ανοιχτή βεντάλια
- για χρώμα& ανοιχτο- Βικιλεξικό
- που δηλώνει εύρος Βικιλεξικό
- ανοιχτή στροφή
- πληροφορικήπου έχουν περάσει τα περιεχόμενά του στην κύρια μνήμη και απεικονίζονται στην οθόνη ή άλλη συσκευή εξόδου Βικιλεξικό
- Υπάρχει ήδη ένα αρχείο ανοιχτό με το ίδιο όνομα.
- πληροφορικήπου ο καθένας μπορεί να τον εξετάσει και τροποποιήσει ελεύθερα Βικιλεξικό
- ανοιχτός κώδικας
- οικονομίαπου επιτρέπει σε δύο συμβαλλόμενα μέρη να τακτοποιούν τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες Βικιλεξικό
- ανοιχτός λογαριασμός
Ετυμολογία
ανοιχτός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνοιχτός < ελληνιστική κοινή ἀνοικτός, με τροπή του [kt] σε [xt] < αρχαία ελληνική ἀνοίγω, ἀνοικ- + κατάληξη ρηματικού επιθέτου
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτός | ανοιχτή | ανοιχτό |
| Γενική | ανοιχτού | ανοιχτής | ανοιχτού |
| Αιτιατική | ανοιχτό | ανοιχτή | ανοιχτό |
| Κλητική | ανοιχτέ | ανοιχτή | ανοιχτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοιχτοί | ανοιχτές | ανοιχτά |
| Γενική | ανοιχτών | ανοιχτών | ανοιχτών |
| Αιτιατική | ανοιχτούς | ανοιχτές | ανοιχτά |
| Κλητική | ανοιχτοί | ανοιχτές | ανοιχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →