Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κληροδότημα

/kli.ɾoˈðo.ti.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςτο περιουσιακό στοιχείο που παραχωρείται συνήθως για κοινωφελείς σκοπούς με κληροδοσία Βικιλεξικό
    • το Νέο Ψηφιακό Πλανητάριο του Ιδρύματος Ευγενίδου … δεν έχει λάβει ούτε ένα ευρώ από το ελληνικό Δημόσιο, αφού το σύνολο των δραστηριοτήτων του, … χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τα κληροδοτήματα του Ευγένιου Ευγενίδη, της αδελφής του Μαριάνθης Σίμου και του Νικόλαου Βερνίκου-Ευγενίδη. * εφημερίδα Καθημερινή, 2013.12.22.

Ετυμολογία

κληροδότημα < μεσαιωνική ελληνική κληροδότημα < ελληνιστική κοινή κληροδοτέω / κληροδοτῶ) κληροδοτη- + -μα → δείτε τους όρους κλῆρος, -δοτῶ και δίδωμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκληροδότημακληροδοτήματα
Γενικήκληροδοτήματοςκληροδοτημάτων
Αιτιατικήκληροδότημακληροδοτήματα
Κλητικήκληροδότημακληροδοτήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →