κληροδοτώ
•
- νομικός όροςδίνω, παραχωρώ κάτι με κληροδοσία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαραδίδω πνευματικό αγαθό στους μεταγενέστερους Βικιλεξικό
- η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός κληροδότησαν τις αξίες τους στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτισμό
Ετυμολογία
κληροδοτώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κληροδοτέω / κληροδοτῶ < αρχαία ελληνική κλῆρος (κλήρος) + -δοτῶ (-δοτώ) του δίδωμι (δίνω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κληροδοτώ | κληροδοτείς | κληροδοτεί | κληροδοτούμε | κληροδοτείτε | κληροδοτούν / κληροδοτούνε |
| Παρατατικός | κληροδοτούσα | κληροδοτούσες | κληροδοτούσε | κληροδοτούσαμε | κληροδοτούσατε | κληροδοτούσαν / κληροδοτούσανε |
| Αόριστος | κληροδότησα | κληροδότησες | κληροδότησε | κληροδοτήσαμε | κληροδοτήσατε | κληροδοτήσαν / κληροδοτήσανε / κληροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα κληροδοτήσω / θα κληροδοτώ | θα κληροδοτήσεις / θα κληροδοτείς | θα κληροδοτήσει / θα κληροδοτεί | θα κληροδοτήσουμε / θα κληροδοτούμε | θα κληροδοτήσετε / θα κληροδοτείτε | θα κληροδοτήσουν / θα κληροδοτήσουνε / θα κληροδοτούν / θα κληροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω κληροδοτήσει | έχεις κληροδοτήσει | έχει κληροδοτήσει | έχουμε κληροδοτήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κληροδοτήσει | είχες κληροδοτήσει | είχε κληροδοτήσει | είχαμε κληροδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κληροδοτήσει / να κληροδοτήσω / να κληροδοτώ | να έχεις κληροδοτήσει / να κληροδοτήσεις / να κληροδοτείς | να έχει κληροδοτήσει / να κληροδοτήσει / να κληροδοτεί | να έχουμε κληροδοτήσει / να κληροδοτήσουμε / να κληροδοτούμε | να κληροδοτήσετε / να κληροδοτείτε | να κληροδοτήσουν / να κληροδοτήσουνε / να κληροδοτούν / να κληροδοτούνε |
| Προστακτική | — | κληροδότησε | — | — | κληροδοτήστε / κληροδοτείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κληροδοτήθηκακληροδοτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →