κοινολογήσιμος
•
- που είναι δυνατόν να κοινολογηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινολογήσιμος < κοινολογώ + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινολογήσιμος | κοινολογήσιμη | κοινολογήσιμο |
| Γενική | κοινολογήσιμου | κοινολογήσιμης | κοινολογήσιμου |
| Αιτιατική | κοινολογήσιμο | κοινολογήσιμη | κοινολογήσιμο |
| Κλητική | κοινολογήσιμε | κοινολογήσιμη | κοινολογήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινολογήσιμοι | κοινολογήσιμες | κοινολογήσιμα |
| Γενική | κοινολογήσιμων | κοινολογήσιμων | κοινολογήσιμων |
| Αιτιατική | κοινολογήσιμους | κοινολογήσιμες | κοινολογήσιμα |
| Κλητική | κοινολογήσιμοι | κοινολογήσιμες | κοινολογήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →