Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινολογήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να κοινολογηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοινολογήσιμος < κοινολογώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινολογήσιμοςκοινολογήσιμηκοινολογήσιμο
Γενικήκοινολογήσιμουκοινολογήσιμηςκοινολογήσιμου
Αιτιατικήκοινολογήσιμοκοινολογήσιμηκοινολογήσιμο
Κλητικήκοινολογήσιμεκοινολογήσιμηκοινολογήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινολογήσιμοικοινολογήσιμεςκοινολογήσιμα
Γενικήκοινολογήσιμωνκοινολογήσιμωνκοινολογήσιμων
Αιτιατικήκοινολογήσιμουςκοινολογήσιμεςκοινολογήσιμα
Κλητικήκοινολογήσιμοικοινολογήσιμεςκοινολογήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →