κοινολογώ
•
- λόγιογνωστοποιώ σε πολλούς κάποιο μυστικό ή κρυφό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινολογώ < αρχαία ελληνική κοινολογέομαι / κοινολογοῦμαι < κοινός + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοινολογώ | κοινολογείς | κοινολογεί | κοινολογούμε | κοινολογείτε | κοινολογούν / κοινολογούνε |
| Παρατατικός | κοινολογούσα | κοινολογούσες | κοινολογούσε | κοινολογούσαμε | κοινολογούσατε | κοινολογούσαν / κοινολογούσανε |
| Αόριστος | κοινολόγησα | κοινολόγησες | κοινολόγησε | κοινολογήσαμε | κοινολογήσατε | κοινολογήσαν / κοινολογήσανε / κοινολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα κοινολογήσω / θα κοινολογώ | θα κοινολογήσεις / θα κοινολογείς | θα κοινολογήσει / θα κοινολογεί | θα κοινολογήσουμε / θα κοινολογούμε | θα κοινολογήσετε / θα κοινολογείτε | θα κοινολογήσουν / θα κοινολογήσουνε / θα κοινολογούν / θα κοινολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω κοινολογήσει | έχεις κοινολογήσει | έχει κοινολογήσει | έχουμε κοινολογήσει | έχετε κοινολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοινολογήσει | είχες κοινολογήσει | είχε κοινολογήσει | είχαμε κοινολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοινολογήσει / να κοινολογήσω / να κοινολογώ | να έχεις κοινολογήσει / να κοινολογήσεις / να κοινολογείς | να έχει κοινολογήσει / να κοινολογήσει / να κοινολογεί | να έχουμε κοινολογήσει / να κοινολογήσουμε / να κοινολογούμε | να έχετε κοινολογήσει / να κοινολογήσετε / να κοινολογείτε | να κοινολογήσουν / να κοινολογήσουνε / να κοινολογούν / να κοινολογούνε |
| Προστακτική | — | κοινολόγει / κοινολόγησε | — | — | κοινολογήστε / κοινολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →