κοινολογικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με την κοινολογία / κοινολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινολογικός < κοινολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινολογικός | κοινολογική | κοινολογικό |
| Γενική | κοινολογικού | κοινολογικής | κοινολογικού |
| Αιτιατική | κοινολογικό | κοινολογική | κοινολογικό |
| Κλητική | κοινολογικέ | κοινολογική | κοινολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινολογικοί | κοινολογικές | κοινολογικά |
| Γενική | κοινολογικών | κοινολογικών | κοινολογικών |
| Αιτιατική | κοινολογικούς | κοινολογικές | κοινολογικά |
| Κλητική | κοινολογικοί | κοινολογικές | κοινολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →