Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την κοινολογία / κοινολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοινολογικός < κοινολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινολογικόςκοινολογικήκοινολογικό
Γενικήκοινολογικούκοινολογικήςκοινολογικού
Αιτιατικήκοινολογικόκοινολογικήκοινολογικό
Κλητικήκοινολογικέκοινολογικήκοινολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινολογικοίκοινολογικέςκοινολογικά
Γενικήκοινολογικώνκοινολογικώνκοινολογικών
Αιτιατικήκοινολογικούςκοινολογικέςκοινολογικά
Κλητικήκοινολογικοίκοινολογικέςκοινολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →