κοινότοπος
•
- που αποτελεί κοινοτοπία, ο χωρίς πρωτοτυπία (κατ' επέκταση, ο κλισέ) Βικιλεξικό
- (υπονοείται συχνά:) ανιαρός
- Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτός ο καταπιεσμένος γραβατάκιας, που πήγα να του πάρω μια κοινότοπη συνέντευξη, θα είχε μέσα του τόση ομορφιά να προσφέρει απλόχερα σε μια γυναίκα (Κώστας Μουρσελάς, Το παιχνίδι των τεσσάρων: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτης, 1998)
Ετυμολογία
κοινότοπος < (αναδρομικός σχηματισμός) κοινοτοπ(ία) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινότοπος | κοινότοπη | κοινότοπο |
| Γενική | κοινότοπου | κοινότοπης | κοινότοπου |
| Αιτιατική | κοινότοπο | κοινότοπη | κοινότοπο |
| Κλητική | κοινότοπε | κοινότοπη | κοινότοπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινότοποι | κοινότοπες | κοινότοπα |
| Γενική | κοινότοπων | κοινότοπων | κοινότοπων |
| Αιτιατική | κοινότοπους | κοινότοπες | κοινότοπα |
| Κλητική | κοινότοποι | κοινότοπες | κοινότοπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →