κοινοτοπία
•
- η ιδέα, η σκέψη, ο λόγος ή το δημιούργημα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας Βικιλεξικό
- έκφραση που χρησιμοποιείται κατά κόρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινοτοπία (ήδη από το 1896) < συγχώνευση της φράσης κοινός τόπος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lieu commun ή από την αγγλική commonplace σύμφωνα με τη σημασία της λέξης τόπος στα αρχαία ελληνικά (διαφορετική η σημασία για την αρχαία ελληνική κοινός τόπος (κάτι συνηθισμένο) > λατινική locus communis). Μορφολογικά αναλύεται σε κοινο- + τόπ(ος) + -ία. Δείτε και τις .
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοτοπία | κοινοτοπίες |
| Γενική | κοινοτοπίας | κοινοτοπιών |
| Αιτιατική | κοινοτοπία | κοινοτοπίες |
| Κλητική | κοινοτοπία | κοινοτοπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →