κομπέρ
•
- επάγγελμαπου παρουσιάζει ό,τι θα ακολουθήσει ή παρουσιάζει κάποιο αστείο κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική compère < λατινική compater < pater
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κομπέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική compère < λατινική compater < pater
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →