Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπορρήμων

/kom.boˈɾi.mon/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κομπάζει, καυχιέται, ο ψωνισμένος, η ψωνάρα Βικιλεξικό
    • Μη γελάτε ειρωνικά ανόητοι. Ξέρω τι λέω. Εμείς σας εξημερώσαμε, κομπορρήμονες, όχι εσείς. Η φρεναπάτη σας ότι είστε οι κυρίαρχοι του σύμπαντος έχει καταντήσει γελοία πλέον. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση) εκδ. Πατάκη, 2024)
    • ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, εκδ. Ίκαρος, 1995, σελ. 44)

Ετυμολογία

κομπορρήμων < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κομπορρήμων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομπορρήμονας / κομπορρήμωνκομπορρήμωνκομπορρήμον
Γενικήκομπορρήμονα / κομπορρήμονοςκομπορρήμονοςκομπορρήμονος
Αιτιατικήκομπορρήμονακομπορρήμονακομπορρήμον
Κλητικήκομπορρήμονα / κομπορρήμωνκομπορρήμωνκομπορρήμον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομπορρήμονεςκομπορρήμονεςκομπορρήμονα
Γενικήκομπορρημόνωνκομπορρημόνωνκομπορρημόνων
Αιτιατικήκομπορρήμονεςκομπορρήμονεςκομπορρήμονα
Κλητικήκομπορρήμονεςκομπορρήμονεςκομπορρήμονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →