Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπορρημονώ

ρήμα
•
  1. λόγιοκαυχιέμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κομπορρημονώ < κομπορρήμων + -ώ < μεσαιωνική ελληνική κομπορρήμων

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκομπορρημονώκομπορρημονείςκομπορρημονείκομπορρημονούμεκομπορρημονείτεκομπορρημονούν / κομπορρημονούνε
Παρατατικόςκομπορρημονούσακομπορρημονούσεςκομπορρημονούσεκομπορρημονούσαμεκομπορρημονούσατεκομπορρημονούσαν / κομπορρημονούσανε
Αόριστοςκομπορρημόνησακομπορρημόνησεςκομπορρημόνησεκομπορρημονήσαμεκομπορρημονήσατεκομπορρημονήσαν / κομπορρημονήσανε / κομπορρημόνησαν
Μέλλονταςθα κομπορρημονήσω / θα κομπορρημονώθα κομπορρημονήσεις / θα κομπορρημονείςθα κομπορρημονήσει / θα κομπορρημονείθα κομπορρημονήσουμε / θα κομπορρημονούμεθα κομπορρημονήσετε / θα κομπορρημονείτεθα κομπορρημονήσουν / θα κομπορρημονήσουνε / θα κομπορρημονούν / θα κομπορρημονούνε
Παρακείμενοςέχω κομπορρημονήσειέχεις κομπορρημονήσειέχει κομπορρημονήσειέχουμε κομπορρημονήσειέχετε κομπορρημονήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κομπορρημονήσειείχες κομπορρημονήσειείχε κομπορρημονήσειείχαμε κομπορρημονήσει——
Υποτακτικήνα έχω κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσω / να κομπορρημονώνα έχεις κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσεις / να κομπορρημονείςνα έχει κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσει / να κομπορρημονείνα έχουμε κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσουμε / να κομπορρημονούμενα έχετε κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσετε / να κομπορρημονείτενα κομπορρημονήσουν / να κομπορρημονήσουνε / να κομπορρημονούν / να κομπορρημονούνε
Προστακτική—κομπορρημόνει / κομπορρημόνησε——κομπορρημονήστε / κομπορρημονείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →