κομπορρημονώ
•
- λόγιοκαυχιέμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κομπορρημονώ < κομπορρήμων + -ώ < μεσαιωνική ελληνική κομπορρήμων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κομπορρημονώ | κομπορρημονείς | κομπορρημονεί | κομπορρημονούμε | κομπορρημονείτε | κομπορρημονούν / κομπορρημονούνε |
| Παρατατικός | κομπορρημονούσα | κομπορρημονούσες | κομπορρημονούσε | κομπορρημονούσαμε | κομπορρημονούσατε | κομπορρημονούσαν / κομπορρημονούσανε |
| Αόριστος | κομπορρημόνησα | κομπορρημόνησες | κομπορρημόνησε | κομπορρημονήσαμε | κομπορρημονήσατε | κομπορρημονήσαν / κομπορρημονήσανε / κομπορρημόνησαν |
| Μέλλοντας | θα κομπορρημονήσω / θα κομπορρημονώ | θα κομπορρημονήσεις / θα κομπορρημονείς | θα κομπορρημονήσει / θα κομπορρημονεί | θα κομπορρημονήσουμε / θα κομπορρημονούμε | θα κομπορρημονήσετε / θα κομπορρημονείτε | θα κομπορρημονήσουν / θα κομπορρημονήσουνε / θα κομπορρημονούν / θα κομπορρημονούνε |
| Παρακείμενος | έχω κομπορρημονήσει | έχεις κομπορρημονήσει | έχει κομπορρημονήσει | έχουμε κομπορρημονήσει | έχετε κομπορρημονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κομπορρημονήσει | είχες κομπορρημονήσει | είχε κομπορρημονήσει | είχαμε κομπορρημονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσω / να κομπορρημονώ | να έχεις κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσεις / να κομπορρημονείς | να έχει κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσει / να κομπορρημονεί | να έχουμε κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσουμε / να κομπορρημονούμε | να έχετε κομπορρημονήσει / να κομπορρημονήσετε / να κομπορρημονείτε | να κομπορρημονήσουν / να κομπορρημονήσουνε / να κομπορρημονούν / να κομπορρημονούνε |
| Προστακτική | — | κομπορρημόνει / κομπορρημόνησε | — | — | κομπορρημονήστε / κομπορρημονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →