κοπροσκυλιάζω
•
- προφορικόείμαι άεργος, δεν κάνω τίποτε, τριγυρνάω και κάθομαι όπου βρω, όπως τα σκυλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπροσκυλιάζω < κοπρόσκυλ(ο) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοπροσκυλιάζω | κοπροσκυλιάζεις | κοπροσκυλιάζει | κοπροσκυλιάζουμε | κοπροσκυλιάζετε | κοπροσκυλιάζουν / κοπροσκυλιάζουνε |
| Παρατατικός | κοπροσκύλιαζα | κοπροσκύλιαζες | κοπροσκύλιαζε | κοπροσκυλιάζαμε | κοπροσκυλιάζατε | κοπροσκυλιάζαν / κοπροσκυλιάζανε / κοπροσκύλιαζαν |
| Αόριστος | κοπροσκύλιασα | κοπροσκύλιασες | κοπροσκύλιασε | κοπροσκυλιάσαμε | κοπροσκυλιάσατε | κοπροσκυλιάσαν / κοπροσκυλιάσανε / κοπροσκύλιασαν |
| Μέλλοντας | θα κοπροσκυλιάζω / θα κοπροσκυλιάσω | θα κοπροσκυλιάζεις / θα κοπροσκυλιάσεις | θα κοπροσκυλιάζει / θα κοπροσκυλιάσει | θα κοπροσκυλιάζουμε / θα κοπροσκυλιάσουμε | θα κοπροσκυλιάζετε / θα κοπροσκυλιάσετε | θα κοπροσκυλιάζουν / θα κοπροσκυλιάζουνε / θα κοπροσκυλιάσουν / θα κοπροσκυλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοπροσκυλιάσει | έχεις κοπροσκυλιάσει | έχει κοπροσκυλιάσει | έχουμε κοπροσκυλιάσει | έχετε κοπροσκυλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοπροσκυλιάσει | είχες κοπροσκυλιάσει | είχε κοπροσκυλιάσει | είχαμε κοπροσκυλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοπροσκυλιάσει / να κοπροσκυλιάζω / να κοπροσκυλιάσω | να έχεις κοπροσκυλιάσει / να κοπροσκυλιάζεις / να κοπροσκυλιάσεις | να έχει κοπροσκυλιάσει / να κοπροσκυλιάζει / να κοπροσκυλιάσει | να έχουμε κοπροσκυλιάσει / να κοπροσκυλιάζουμε / να κοπροσκυλιάσουμε | να έχετε κοπροσκυλιάσει / να κοπροσκυλιάζετε / να κοπροσκυλιάσετε | να κοπροσκυλιάζουν / να κοπροσκυλιάζουνε / να κοπροσκυλιάσουν / να κοπροσκυλιάσουνε |
| Προστακτική | — | κοπροσκύλιαζε / κοπροσκύλιασε | — | — | κοπροσκυλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοπροσκυλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →