κορυφώνω
•
- οδηγώ κάτι στο κορυφαίο, το ανώτατο σημείο του Βικιλεξικό
- Η μελωδία κορυφωνόταν μ' ένα φορτίσιμο καὶ κοβόταν ἀπότομα. (Νέα Εστία, τομ. 114, τεύχη 1344-1355, 1983, σελ. 1053)
- έρχομαι σε οργασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορυφώνω < ελληνιστική κοινή κορυφόω / κορυφῶ < αρχαία ελληνική κορυφή < κόρυς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κορυφώνω | κορυφώνεις | κορυφώνει | κορυφώνουμε | κορυφώνετε | κορυφώνουν / κορυφώνουνε |
| Παρατατικός | κορύφωνα | κορύφωνες | κορύφωνε | κορυφώναμε | κορυφώνατε | κορυφώναν / κορυφώνανε / κορύφωναν |
| Αόριστος | κορύφωσα | κορύφωσες | κορύφωσε | κορυφώσαμε | κορυφώσατε | κορυφώσαν / κορυφώσανε / κορύφωσαν |
| Μέλλοντας | θα κορυφώνω / θα κορυφώσω | θα κορυφώνεις / θα κορυφώσεις | θα κορυφώνει / θα κορυφώσει | θα κορυφώνουμε / θα κορυφώσουμε | θα κορυφώνετε / θα κορυφώσετε | θα κορυφώνουν / θα κορυφώνουνε / θα κορυφώσουν / θα κορυφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κορυφώσει | έχεις κορυφώσει | έχει κορυφώσει | έχουμε κορυφώσει | έχετε κορυφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κορυφώσει | είχες κορυφώσει | είχε κορυφώσει | είχαμε κορυφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κορυφώσει / να κορυφώνω / να κορυφώσω | να έχεις κορυφώσει / να κορυφώνεις / να κορυφώσεις | να έχει κορυφώσει / να κορυφώνει / να κορυφώσει | να έχουμε κορυφώσει / να κορυφώνουμε / να κορυφώσουμε | να έχετε κορυφώσει / να κορυφώνετε / να κορυφώσετε | να κορυφώνουν / να κορυφώνουνε / να κορυφώσουν / να κορυφώσουνε |
| Προστακτική | — | κορύφωνε / κορύφωσε | — | — | κορυφώνετε / κορυφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →