κοσμοπολιτισμός
•
- ο τρόπος ζωής και σκέψης του κοσμοπολίτη, με κύριο χαρακτηριστικό τα συχνά ταξίδια στις μοντέρνες, κυρίως, μεγαλουπόλεις και από την άνετη προσαρμογή σε διαφορετικές κάθε φορά νοοτροπίες, αντιλήψεις και συνήθειες Βικιλεξικό
- ο τρόπος ζωής που συνηθίζεται σε όλον τον κόσμο Βικιλεξικό
- διεθνείς σχέσειςη θεωρία που υποστηρίζει ότι όλος ο κόσμος είναι μια πολιτεία και πως δε θα έπρεπε να υπάρχουν κράτη, κυριολεκτικά η πίστη σε ένα παγκόσμιο κράτος Βικιλεξικό
- η δέσμευση στην προώθηση συνὐπαρξης και κατανόησης μεταξύ των εθνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοσμοπολιτισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική cosmopolitisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμοπολιτισμός | κοσμοπολιτισμοί |
| Γενική | κοσμοπολιτισμού | κοσμοπολιτισμών |
| Αιτιατική | κοσμοπολιτισμό | κοσμοπολιτισμούς |
| Κλητική | κοσμοπολιτισμέ | κοσμοπολιτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →