Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουβεντιαστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται κουβεντιάζοντας, με κουβέντα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκουβεντιαστό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουβεντιαστός < κουβεντιάζω + -τός < κουβέντα < λατινική conventus (συνέλευση) < convenio < con- + venio

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουβεντιαστόςκουβεντιαστήκουβεντιαστό
Γενικήκουβεντιαστούκουβεντιαστήςκουβεντιαστού
Αιτιατικήκουβεντιαστόκουβεντιαστήκουβεντιαστό
Κλητικήκουβεντιαστέκουβεντιαστήκουβεντιαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουβεντιαστοίκουβεντιαστέςκουβεντιαστά
Γενικήκουβεντιαστώνκουβεντιαστώνκουβεντιαστών
Αιτιατικήκουβεντιαστούςκουβεντιαστέςκουβεντιαστά
Κλητικήκουβεντιαστοίκουβεντιαστέςκουβεντιαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →