Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουδούνισμα

/kuˈðu.ni.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουδουνίζω Βικιλεξικό
    • Αναστέναξε και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Στο τρίτο κουδούνισμα σήκωσε το ακουστικό. (Μάκης Πανώριος, Ηθοποιός [διήγημα])

Ετυμολογία

κουδούνισμα < κουδουνίζω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουδούνισμακουδουνίσματα
Γενικήκουδουνίσματοςκουδουνισμάτων
Αιτιατικήκουδούνισμακουδουνίσματα
Κλητικήκουδούνισμακουδουνίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →