κουδούνισμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουδουνίζω Βικιλεξικό
- Αναστέναξε και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Στο τρίτο κουδούνισμα σήκωσε το ακουστικό. (Μάκης Πανώριος, Ηθοποιός [διήγημα])
Ετυμολογία
κουδούνισμα < κουδουνίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουδούνισμα | κουδουνίσματα |
| Γενική | κουδουνίσματος | κουδουνισμάτων |
| Αιτιατική | κουδούνισμα | κουδουνίσματα |
| Κλητική | κουδούνισμα | κουδουνίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →