Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουδούνι

/kuˈðu.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρή καμπανούλα Βικιλεξικό
    • Κι ὕστερα ἀκούστηκαν μακριὰ τὰ κουδούνια τῶν κοπαδιῶν. Εἶναι οἱ βλάχοι. Δικό τους θὰ εἶναι τὸ μεγάλο κοπάδι ποὺ βόσκει. Ἄκου πόσα κουδούνια!... Μικρά, μεγάλα, ψηλά, βαθιά, γλυκά, βραχνά. Κουδουνίσματα πολλὰ ὅπως τ’ ἄστρα, ὅπως οι γρῦλοι.
  2. ηλεκτρική συσκευή με κουμπί που παράγει ήχο. Τοποθετείται κοντά σε εξώπορτα σπιτιού ή στην είσοδο των κτιρίων Βικιλεξικό
    • Χτυπάω το κουδούνι και δεν μου ανοίγει την πόρτα κανείς: θα λείπουν φαίνεται...

Ετυμολογία

κουδούνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουδούνι(ν) < κωδώνιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική κώδων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουδούνικουδούνια
Γενικήκουδουνιούκουδουνιών
Αιτιατικήκουδούνικουδούνια
Κλητικήκουδούνικουδούνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →