Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουλτουριάρης

/kul.tuɾˈʝa.ɾis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μειωτικόαυτός που θεωρεί ότι έχει την κουλτούρα, την καλλιέργεια και αρμόζουσα σκέψη και συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • Φυσικά ο χαρακτηρισμός «παραλογοτεχνία» ποτέ δεν έγινε αποδεκτός από τους φίλους του είδους, οι οποίοι –εδώ που τα λέμε– δεν είχαν και καμμιάν ιδιαίτερη καΐλα ν’ αποδείξουν τίποτα στους… κουλτουριάρηδες. (Η ξεχωριστή, ελληνική περιπέτεια της Επιστημονικής Φαντασίας, lifo.gr, 23/11/2014 https://www.lifo.gr/blogs/retronaut/i-xehoristi-elliniki-peripeteia-tis-epistimonikis-fantasias)

Ετυμολογία

κουλτουριάρης < κουλτούρα + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουλτουριάρηςκουλτουριάρηδες
Γενικήκουλτουριάρηκουλτουριάρηδων
Αιτιατικήκουλτουριάρηκουλτουριάρηδες
Κλητικήκουλτουριάρηκουλτουριάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κουλτουριάρης

/kul.tuɾˈʝa.ɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κουλτουριάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουλτουριάρης < κουλτούρα + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουλτουριάρηςκουλτουριάρακουλτουριάρικο
Γενικήκουλτουριάρηκουλτουριάραςκουλτουριάρικου
Αιτιατικήκουλτουριάρηκουλτουριάρακουλτουριάρικο
Κλητικήκουλτουριάρηκουλτουριάρακουλτουριάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουλτουριάρηδεςκουλτουριάρεςκουλτουριάρικα
Γενικήκουλτουριάρηδων—κουλτουριάρικων
Αιτιατικήκουλτουριάρηδεςκουλτουριάρεςκουλτουριάρικα
Κλητικήκουλτουριάρηδεςκουλτουριάρεςκουλτουριάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →