Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρδίζομαι

ρήμα
•
  1. για άνθρωποεκνευρίζομαι, ερεθίζομαι αρνητικά, μου ανεβαίνει σιγά-σιγά το αίμα στο κεφάλι, ανεβάζω στροφές, με παρακινούν επίτηδες -ή παρακινούμαι από γεγονότα- να κάνω κάτι, να ενεργήσω και να αντιδράσω Βικιλεξικό
  2. για αντικείμεναη συσπείρωση ελατηρίων για να δοθεί ενέργεια σε μουσικό όργανο, ρολόι, μουσικό κουτί ή άλλο μηχανισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρδίζομαι < παθητικός τύπος του κουρδίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκουρδίζομαικουρδίζεσαικουρδίζεταικουρδιζόμαστεκουρδίζεστεκουρδίζονται
Παρατατικόςκουρδιζόμουν / κουρδιζόμουνακουρδιζόσουν / κουρδιζόσουνακουρδιζόταν / κουρδιζότανεκουρδιζόμασταν / κουρδιζόμαστεκουρδιζόσασταν / κουρδιζόσαστεκουρδίζονταν / κουρδιζόντουσαν
Αόριστοςκουρδίστηκακουρδίστηκεςκουρδίστηκεκουρδιστήκαμεκουρδιστήκατεκουρδίστηκαν / κουρδιστήκαν / κουρδιστήκανε
Μέλλονταςθα κουρδίζομαι / θα κουρδιστώθα κουρδίζεσαι / θα κουρδιστείςθα κουρδίζεται / θα κουρδιστείθα κουρδιζόμαστε / θα κουρδιστούμεθα κουρδίζεστε / θα κουρδιστείτεθα κουρδίζονται / θα κουρδιστούν / θα κουρδιστούνε
Παρακείμενοςέχω κουρδιστείέχεις κουρδιστείέχει κουρδιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα κουρδιστείείχες κουρδιστείείχε κουρδιστεί———
Υποτακτικήνα έχω κουρδιστεί / να κουρδίζομαι / να κουρδιστώνα έχεις κουρδιστεί / να κουρδίζεσαι / να κουρδιστείςνα έχει κουρδιστεί / να κουρδίζεται / να κουρδιστείνα κουρδιζόμαστε / να κουρδιστούμενα κουρδίζεστε / να κουρδιστείτενα κουρδίζονται / να κουρδιστούν / να κουρδιστούνε
Προστακτική—κουρδίζου / κουρδίσου——κουρδίζεστε / κουρδιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →