κουρδίζομαι
•
- για άνθρωποεκνευρίζομαι, ερεθίζομαι αρνητικά, μου ανεβαίνει σιγά-σιγά το αίμα στο κεφάλι, ανεβάζω στροφές, με παρακινούν επίτηδες -ή παρακινούμαι από γεγονότα- να κάνω κάτι, να ενεργήσω και να αντιδράσω Βικιλεξικό
- για αντικείμεναη συσπείρωση ελατηρίων για να δοθεί ενέργεια σε μουσικό όργανο, ρολόι, μουσικό κουτί ή άλλο μηχανισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρδίζομαι < παθητικός τύπος του κουρδίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουρδίζομαι | κουρδίζεσαι | κουρδίζεται | κουρδιζόμαστε | κουρδίζεστε | κουρδίζονται |
| Παρατατικός | κουρδιζόμουν / κουρδιζόμουνα | κουρδιζόσουν / κουρδιζόσουνα | κουρδιζόταν / κουρδιζότανε | κουρδιζόμασταν / κουρδιζόμαστε | κουρδιζόσασταν / κουρδιζόσαστε | κουρδίζονταν / κουρδιζόντουσαν |
| Αόριστος | κουρδίστηκα | κουρδίστηκες | κουρδίστηκε | κουρδιστήκαμε | κουρδιστήκατε | κουρδίστηκαν / κουρδιστήκαν / κουρδιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα κουρδίζομαι / θα κουρδιστώ | θα κουρδίζεσαι / θα κουρδιστείς | θα κουρδίζεται / θα κουρδιστεί | θα κουρδιζόμαστε / θα κουρδιστούμε | θα κουρδίζεστε / θα κουρδιστείτε | θα κουρδίζονται / θα κουρδιστούν / θα κουρδιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω κουρδιστεί | έχεις κουρδιστεί | έχει κουρδιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουρδιστεί | είχες κουρδιστεί | είχε κουρδιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουρδιστεί / να κουρδίζομαι / να κουρδιστώ | να έχεις κουρδιστεί / να κουρδίζεσαι / να κουρδιστείς | να έχει κουρδιστεί / να κουρδίζεται / να κουρδιστεί | να κουρδιζόμαστε / να κουρδιστούμε | να κουρδίζεστε / να κουρδιστείτε | να κουρδίζονται / να κουρδιστούν / να κουρδιστούνε |
| Προστακτική | — | κουρδίζου / κουρδίσου | — | — | κουρδίζεστε / κουρδιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →