κουτσαίνω
•
- μεταβατικόκαθιστώ κάποιον κουτσό Βικιλεξικό
- αμετάβατοβαδίζω ρίχνοντας το βάρος περισσότερο στο ένα πόδι, επειδή πχ το άλλο πόδι είναι χτυπημένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσαίνω < κουτσός + -αίνω < μεσαιωνική ελληνική κουτσός < υστερολατινική coxus (χωλός, κουτσός) < λατινική coxa (ισχίο, γοφός, μηρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *koḱs-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουτσαίνω | κουτσαίνεις | κουτσαίνει | κουτσαίνουμε | κουτσαίνετε | κουτσαίνουν / κουτσαίνουνε |
| Παρατατικός | κούτσαινα | κούτσαινες | κούτσαινε | κουτσαίναμε | κουτσαίνατε | κουτσαίναν / κουτσαίνανε / κούτσαιναν |
| Αόριστος | κούτσανα | κούτσανες | κούτσανε | κουτσάναμε | κουτσάνατε | κουτσάναν / κουτσάνανε / κούτσαναν |
| Μέλλοντας | θα κουτσάνω / θα κουτσαίνω | θα κουτσάνεις / θα κουτσαίνεις | θα κουτσάνει / θα κουτσαίνει | θα κουτσάνουμε / θα κουτσαίνουμε | θα κουτσάνετε / θα κουτσαίνετε | θα κουτσάνουν / θα κουτσάνουνε / θα κουτσαίνουν / θα κουτσαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουτσάνει | έχεις κουτσάνει | έχει κουτσάνει | έχουμε κουτσάνει | έχετε κουτσάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουτσάνει | είχες κουτσάνει | είχε κουτσάνει | είχαμε κουτσάνει | είχατε κουτσάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω κουτσάνει / να κουτσάνω / να κουτσαίνω | να έχεις κουτσάνει / να κουτσάνεις / να κουτσαίνεις | να έχει κουτσάνει / να κουτσάνει / να κουτσαίνει | να έχουμε κουτσάνει / να κουτσάνουμε / να κουτσαίνουμε | να έχετε κουτσάνει / να κουτσάνετε / να κουτσαίνετε | να κουτσάνουν / να κουτσάνουνε / να κουτσαίνουν / να κουτσαίνουνε |
| Προστακτική | — | κούτσαινε / κούτσανε | — | — | κουτσάνετε / κουτσαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →