Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουτσαβάκικος

/ku.t͡saˈva.ci.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με κουτσαβάκη, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουτσαβάκικος < κουτσαβάκ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσαβάκικοςκουτσαβάκικηκουτσαβάκικο
Γενικήκουτσαβάκικουκουτσαβάκικηςκουτσαβάκικου
Αιτιατικήκουτσαβάκικοκουτσαβάκικηκουτσαβάκικο
Κλητικήκουτσαβάκικεκουτσαβάκικηκουτσαβάκικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσαβάκικοικουτσαβάκικεςκουτσαβάκικα
Γενικήκουτσαβάκικωνκουτσαβάκικωνκουτσαβάκικων
Αιτιατικήκουτσαβάκικουςκουτσαβάκικεςκουτσαβάκικα
Κλητικήκουτσαβάκικοικουτσαβάκικεςκουτσαβάκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →