Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουτσαβάκης

/ku.t͡saˈva.cis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοτύπος μάγκα της παλιάς Αθήνας με ιδιόρρυθμο περπάτημα Βικιλεξικό
    • Όλοι οι κουτσαβάκηδες, που ζούνε στο κουρμπέτι, κι αυτοί μες στην καρδούλα τους, έχουν μεγάλο ντέρτι. (τραγούδι, μουσική & στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης)
  2. προφορικόψευτοπαλικαράς, ψευτόμαγκας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουτσαβάκης < ανθρωπωνύμιο Κουτσαβάκης < κούτσαβ(ος) + -άκης < κουτσός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουτσαβάκηςκουτσαβάκηδες
Γενικήκουτσαβάκηκουτσαβάκηδων
Αιτιατικήκουτσαβάκηκουτσαβάκηδες
Κλητικήκουτσαβάκηκουτσαβάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →