κουτσοβλαχικό
•
- ζήτημα, θέμα ή πρόβλημα που έχει να κάνει με τους κουτσόβλαχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσοβλαχικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κουτσοβλαχικός < κουτσόβλαχος + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσοβλαχικό | κουτσοβλαχικά |
| Γενική | κουτσοβλαχικού | κουτσοβλαχικών |
| Αιτιατική | κουτσοβλαχικό | κουτσοβλαχικά |
| Κλητική | κουτσοβλαχικό | κουτσοβλαχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →