κουτσόβλαχος
•
- ιστορίαβλάχος από την περιοχή τής —τότε— Μικρής Βλαχίας (Θεσσαλίας, σε αντιδιαστολή με την —τότε— υπερδουνάβια Μεγάλη Βλαχία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσόβλαχος < κουτσό- + βλάχος ((μεταφραστικό δάνειο) τουρκική küçük Eflak)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσόβλαχος | κουτσόβλαχοι |
| Γενική | κουτσόβλαχου | κουτσόβλαχων |
| Αιτιατική | κουτσόβλαχο | κουτσόβλαχους |
| Κλητική | κουτσόβλαχε | κουτσόβλαχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →