Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλάχος

/ˈvla.xos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη Βικιλεξικό
  2. που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεπαρχιώτης Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπου δεν έχει αποκτήσει τους τρόπους, τη νοοτροπία και την προφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας Βικιλεξικό
  5. ψάριείδος ψαριού (Polyprion americanum - Πολυπρίων ο αμερικανός), συγγενές του ροφού, της σφυρίδας και της στήρας, ανήκει στην οικογένεια των σερανιδών Βικιλεξικό
  6. για το εθνικό όνομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλάχος → δείτε τη λέξη Βλάχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλάχοςβλάχοι
Γενικήβλάχουβλάχων
Αιτιατικήβλάχοβλάχους
Κλητικήβλάχοβλάχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →