κουφώνω
•
- συνήθως για παντζούριαμισοκλείνω, κλείνω έτσι ώστε να μένει ένα πολύ μικρό άνοιγμα Βικιλεξικό
- δημοτικήδημιουργώ κοίλωμα Βικιλεξικό
- κούφωσα τα κολοκύθια, ναν τα κάνω γεμιστά
- δημοτικήαποκτώ κοιλότητα, κουφάλα Βικιλεξικό
- κούφωσε το δόντι μου
Ετυμολογία
κουφώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουφώνω (δημιουργώ κοίλωμα) < κοῦφος < αρχαία ελληνική κοῦφος (στην ελληνιστική σημασία: άδειος) → δείτε και τη λέξη κούφιος. Δε σχετίζεται με το κουφός < κωφός.
Άλλοι τύποι
κουφωμένοςκουφώνομαικούφωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →