κοψομεσιάζω
•
- οικείοεπιβαρύνω ή καταπονώ τη μέση κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοψομεσιάζω < κοψο- + μέσ(η) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοψομεσιάζω | κοψομεσιάζεις | κοψομεσιάζει | κοψομεσιάζουμε | κοψομεσιάζετε | κοψομεσιάζουν / κοψομεσιάζουνε |
| Παρατατικός | κοψομέσιαζα | κοψομέσιαζες | κοψομέσιαζε | κοψομεσιάζαμε | κοψομεσιάζατε | κοψομέσιαζαν / κοψομεσιάζαν / κοψομεσιάζανε |
| Αόριστος | κοψομέσιασα | κοψομέσιασες | κοψομέσιασε | κοψομεσιάσαμε | κοψομεσιάσατε | κοψομέσιασαν / κοψομεσιάσαν / κοψομεσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κοψομεσιάζω / θα κοψομεσιάσω | θα κοψομεσιάζεις / θα κοψομεσιάσεις | θα κοψομεσιάζει / θα κοψομεσιάσει | θα κοψομεσιάζουμε / θα κοψομεσιάσουμε | θα κοψομεσιάζετε / θα κοψομεσιάσετε | θα κοψομεσιάζουν / θα κοψομεσιάζουνε / θα κοψομεσιάσουν / θα κοψομεσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοψομεσιάσει | έχεις κοψομεσιάσει | έχει κοψομεσιάσει | έχουμε κοψομεσιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοψομεσιάσει | είχες κοψομεσιάσει | είχε κοψομεσιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοψομεσιάσει / να κοψομεσιάζω / να κοψομεσιάσω | να έχεις κοψομεσιάσει / να κοψομεσιάζεις / να κοψομεσιάσεις | να έχει κοψομεσιάσει / να κοψομεσιάζει / να κοψομεσιάσει | να έχουμε κοψομεσιάσει / να κοψομεσιάζουμε / να κοψομεσιάσουμε | να κοψομεσιάζετε / να κοψομεσιάσετε | να κοψομεσιάζουν / να κοψομεσιάζουνε / να κοψομεσιάσουν / να κοψομεσιάσουνε |
| Προστακτική | — | κοψομέσιαζε / κοψομέσιασε | — | — | κοψομεσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοψομεσιάστηκακοψομεσιάζομαικοψομεσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →