μέση
•
- το μεσαίο τμήμα μιας απόστασης ή ενός χώρου, το κεντρικό τμήμα, που ισαπέχει από τα δύο άκρα Βικιλεξικό
- το μεσαίο τμήμα ενός χρονικού διαστήματος Βικιλεξικό
- το μέρος εκείνο του κορμού ενός ανθρώπου που βρίσκεται πάνω από τους γλουτούς και κάτω από τα πλευρά Βικιλεξικό
- το μέρος του ενδύματος που αντιστοιχεί στο παραπάνω αναφερόμενο τμήμα του κορμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέση < : έννοια «μεσαίο μέρος» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέση, θηλυκό του μέσος : για το μέρος του σώματος < σημασία από τη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέση | μέσες |
| Γενική | μέσης | — |
| Αιτιατική | μέση | μέσες |
| Κλητική | μέση | μέσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →