κοψοχολιάζω
•
- αιφνιδιάζω κάποιον και τον τρομάζω, συνήθως όμως χωρίς να υπάρχει επαρκής λόγος Βικιλεξικό
- Τι ήταν αυτά που μου είπες και με κοψοχόλιασες;
Ετυμολογία
κοψοχολιάζω < κοψο- + χολιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοψοχολιάζω | κοψοχολιάζεις | κοψοχολιάζει | κοψοχολιάζουμε | κοψοχολιάζετε | κοψοχολιάζουν / κοψοχολιάζουνε |
| Παρατατικός | κοψοχόλιαζα | κοψοχόλιαζες | κοψοχόλιαζε | κοψοχολιάζαμε | κοψοχολιάζατε | κοψοχολιάζαν / κοψοχολιάζανε / κοψοχόλιαζαν |
| Αόριστος | κοψοχόλιασα | κοψοχόλιασες | κοψοχόλιασε | κοψοχολιάσαμε | κοψοχολιάσατε | κοψοχολιάσαν / κοψοχολιάσανε / κοψοχόλιασαν |
| Μέλλοντας | θα κοψοχολιάζω / θα κοψοχολιάσω | θα κοψοχολιάζεις / θα κοψοχολιάσεις | θα κοψοχολιάζει / θα κοψοχολιάσει | θα κοψοχολιάζουμε / θα κοψοχολιάσουμε | θα κοψοχολιάζετε / θα κοψοχολιάσετε | θα κοψοχολιάζουν / θα κοψοχολιάζουνε / θα κοψοχολιάσουν / θα κοψοχολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοψοχολιάσει | έχεις κοψοχολιάσει | έχει κοψοχολιάσει | έχουμε κοψοχολιάσει | έχετε κοψοχολιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοψοχολιάσει | είχες κοψοχολιάσει | είχε κοψοχολιάσει | είχαμε κοψοχολιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοψοχολιάσει / να κοψοχολιάζω / να κοψοχολιάσω | να έχεις κοψοχολιάσει / να κοψοχολιάζεις / να κοψοχολιάσεις | να έχει κοψοχολιάσει / να κοψοχολιάζει / να κοψοχολιάσει | να έχουμε κοψοχολιάσει / να κοψοχολιάζουμε / να κοψοχολιάσουμε | να έχετε κοψοχολιάσει / να κοψοχολιάζετε / να κοψοχολιάσετε | να κοψοχολιάζουν / να κοψοχολιάζουνε / να κοψοχολιάσουν / να κοψοχολιάσουνε |
| Προστακτική | — | κοψοχόλιαζε / κοψοχόλιασε | — | — | κοψοχολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοψοχολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →