κρέμομαι
•
- είμαι αναρτημένος κάπου ψηλά Βικιλεξικό
- Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- έχω κατέβει χαμηλότερα απ’ ό,τι πρέπει και (ενδεχομένως) χάσκω ή φαίνομαι άσχημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαρτώμαι Βικιλεξικό
- Από την ταχύτητα σου κρέμεται η επιτυχία του σχεδίου μας. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
Ετυμολογία
κρέμομαι < μεσαιωνική ελληνική κρέμομαι < αρχαία ελληνική κρέμαμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρέμομαι | κρέμεσαι | κρέμεται | κρεμόμαστε | κρέμεστε | κρέμονται |
| Παρατατικός | κρεμόμουν / κρεμόμουνα | κρεμόσουν / κρεμόσουνα | κρεμόταν / κρεμότανε | κρεμόμασταν / κρεμόμαστε | κρεμόσασταν / κρεμόσαστε | κρέμονταν / κρεμόντουσαν |
| Μέλλοντας | θα κρέμομαι | θα κρέμεσαι | θα κρέμεται | θα κρεμόμαστε | θα κρέμεστε | θα κρέμονται |
| Υποτακτική | να κρέμομαι | να κρέμεσαι | να κρέμεται | να κρεμόμαστε | να κρέμεστε | να κρέμονται |
| Προστακτική | — | κρέμου | — | — | κρέμεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →