κρίκος
•
- αντικείμενο κυκλικού σχήματος από μέταλλο (ή άλλο υλικό) που χρησιμοποιείται: Βικιλεξικό
- αντικείμενο κυκλικού σχήματος από μέταλλο (ή άλλο υλικό) που χρησιμοποιείται: Βικιλεξικό
- μεταφορικάό,τι συνδέει πράγματα ή πρόσωπα ή συμπληρώνει μια σειρά Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόκρίκοι: Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόκρίκοι: Βικιλεξικό
- Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
Ετυμολογία
κρίκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρίκος [ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης *(s)ker- (λυγίζω) ] :* για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anneaux )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίκος | κρίκοι |
| Γενική | κρίκου | κρίκων |
| Αιτιατική | κρίκο | κρίκους |
| Κλητική | κρίκε | κρίκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →