κρικέλι
•
- λαϊκότροπομικρός (μεταλλικός) κρίκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρικέλι < μεσαιωνική ελληνική κρικέλλι(ν) (ορθογραφική απλοποίηση) < ελληνιστική κοινή κρικέλλιον < κρίκελλος < λατινική circellus < circulus < circus < αρχαία ελληνική κίρκος / κρίκος (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (λυγίζω, κάμπτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρικέλι | κρικέλια |
| Γενική | κρικελιού | κρικελιών |
| Αιτιατική | κρικέλι | κρικέλια |
| Κλητική | κρικέλι | κρικέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →