Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρατερός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπολύ δυνατός Βικιλεξικό
    • Στο βιβλίο αυτό, μετά από ένα εξωφρενικό ποδοσφαιρικό ματς, μια συνταρακτική δίκη και μια κρατερή μάχη, αποκαλύπτεται επιτέλους το μυστικό της εξαφάνισης του Μανόλη του Μανάβη (Ευγένιος Τριβιζάς, Το μυστικό μονοπάτι, Φρουτοπία, τεύχος 5, 2014, εισαγωγή)
    • Εξαιρετικοί χαρακτήρες, λεπτοδουλεμένοι, πλήθος στοιχείων της κουβανικής κουλτούρας, μπαρόκ περιγραφές και κρατερά συναισθήματα φιλίας και αφοσίωσης (Λεονάρδο Παδούρα: «Αφηγούμαι την ιστορία μιας γενιάς ανθρώπων που είναι ηττημένοι», epohi.gr, 4/7/2022, https://epohi.gr/articles/leonardo-padoyra-afhgoymai-thn-istoria-mias-genias-anthropon-poy-einai-htthmenoi/)

Ετυμολογία

κρατερός < αρχαία ελληνική κρατερός < κράτος + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρατερόςκρατερήκρατερό
Γενικήκρατερούκρατερήςκρατερού
Αιτιατικήκρατερόκρατερήκρατερό
Κλητικήκρατερέκρατερήκρατερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρατεροίκρατερέςκρατερά
Γενικήκρατερώνκρατερώνκρατερών
Αιτιατικήκρατερούςκρατερέςκρατερά
Κλητικήκρατεροίκρατερέςκρατερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →