κρατισμός
•
- η πεποίθηση ότι το κράτος αναλαμβάνει το ρόλο εγγυητή της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης και είναι, εν γένει, το καταλληλότερο μέσο επίλυσης προβλημάτων και συγκρούσεων στο εσωτερικό μιας χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρατισμός < κράτος + -ισμός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική étatisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατισμός | κρατισμοί |
| Γενική | κρατισμού | κρατισμών |
| Αιτιατική | κρατισμό | κρατισμούς |
| Κλητική | κρατισμέ | κρατισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →