κρατικός
•
- που ανήκει στο κράτος Βικιλεξικό
- Κρατικός Αερολιμένας Θεσσαλονίκης
- που αναφέρεται στο κράτος Βικιλεξικό
- κρατικός προϋπολογισμός
- που γίνεται από το κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρατικός < Συγχρονικά αναλύεται σεκράτος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατικός | κρατική | κρατικό |
| Γενική | κρατικού | κρατικής | κρατικού |
| Αιτιατική | κρατικό | κρατική | κρατικό |
| Κλητική | κρατικέ | κρατική | κρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρατικοί | κρατικές | κρατικά |
| Γενική | κρατικών | κρατικών | κρατικών |
| Αιτιατική | κρατικούς | κρατικές | κρατικά |
| Κλητική | κρατικοί | κρατικές | κρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →