κρεμανταλάς
•
- λαϊκότροποάνθρωπος ψηλός, αδέξιος, άχαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεμανταλάς < *κρεμανταράς < κρεμώ : ή *κρεμομανταλάς (απλολογία) < κρεμώ + μανταλάκι + -άς) : ή κρεμανταλάς < κρεμώ + τουρκ. dal (=κλαδί) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεμανταλάς | κρεμανταλάδες |
| Γενική | κρεμανταλά | κρεμανταλάδων |
| Αιτιατική | κρεμανταλά | κρεμανταλάδες |
| Κλητική | κρεμανταλά | κρεμανταλάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →