Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρισιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με την κρίση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρισιακός < κρίσ(η) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρισιακόςκρισιακήκρισιακό
Γενικήκρισιακούκρισιακήςκρισιακού
Αιτιατικήκρισιακόκρισιακήκρισιακό
Κλητικήκρισιακέκρισιακήκρισιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκρισιακοίκρισιακέςκρισιακά
Γενικήκρισιακώνκρισιακώνκρισιακών
Αιτιατικήκρισιακούςκρισιακέςκρισιακά
Κλητικήκρισιακοίκρισιακέςκρισιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →