κρισιακός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με την κρίση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρισιακός < κρίσ(η) + -ιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρισιακός | κρισιακή | κρισιακό |
| Γενική | κρισιακού | κρισιακής | κρισιακού |
| Αιτιατική | κρισιακό | κρισιακή | κρισιακό |
| Κλητική | κρισιακέ | κρισιακή | κρισιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρισιακοί | κρισιακές | κρισιακά |
| Γενική | κρισιακών | κρισιακών | κρισιακών |
| Αιτιατική | κρισιακούς | κρισιακές | κρισιακά |
| Κλητική | κρισιακοί | κρισιακές | κρισιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →