Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρυψορχία

/kɾi.psoɾˈçi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη περίπτωση στην οποία ο ένας ή και δυο όρχεις δε βρίσκονται στο όσχεο («σακούλα» που είναι μέσα οι όρχεις) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρυψορχία < ελληνιστική κοινή κρύψορχις + -ία (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cryptorchidie)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρυψορχίακρυψορχίες
Γενικήκρυψορχίαςκρυψορχιών
Αιτιατικήκρυψορχίακρυψορχίες
Κλητικήκρυψορχίακρυψορχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →