κρυψορχία
•
- ιατρικήη περίπτωση στην οποία ο ένας ή και δυο όρχεις δε βρίσκονται στο όσχεο («σακούλα» που είναι μέσα οι όρχεις) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρυψορχία < ελληνιστική κοινή κρύψορχις + -ία (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cryptorchidie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρυψορχία | κρυψορχίες |
| Γενική | κρυψορχίας | κρυψορχιών |
| Αιτιατική | κρυψορχία | κρυψορχίες |
| Κλητική | κρυψορχία | κρυψορχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →