κρύος
•
- κυριολεκτικάπου έχει θερμοκρασία αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του ανθρώπινου σώματος ή από την συνηθισμένη, κανονική ή επιθυμητή· που προκαλεί αίσθημα ψύχους Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικής θέρμης, διαχυτικότητας, οικειότητας ή ενθουσιασμού Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι ανόητος, σαχλός ή στερείται εξυπνάδας και χιούμορ (π.χ. κρύο ανέκδοτο) Βικιλεξικό
- Α να χαθείς, κρύε! (γυναίκα προς άνδρα που της κάνει καμάκι)
- για πρόσωπο ή σώμαπου δεν έχει κάνει προθέρμανση· ανέτοιμος για σωματική δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρύος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρύος < αρχαία ελληνική κρύος (ουδέτερο).
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρύος | κρύα | κρύο |
| Γενική | κρύου | κρύας | κρύου |
| Αιτιατική | κρύο | κρύα | κρύο |
| Κλητική | κρύε | κρύα | κρύο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρύοι | κρύες | κρύα |
| Γενική | κρύων | κρύων | κρύων |
| Αιτιατική | κρύους | κρύες | κρύα |
| Κλητική | κρύοι | κρύες | κρύα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →