κρυώνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι πιο κρύο, του χαμηλώνω τη θερμοκρασία Βικιλεξικό
- αμετάβατοπέφτει η θερμοκρασία μου Βικιλεξικό
- το φαγητό κρύωσε πια, δεν τρώγεται έτσι
- αμετάβατοαισθάνομαι το εξωτερικό ψύχος Βικιλεξικό
- Κρυώνω πολύ! Θα ανάψω το τζάκι να ζεσταθώ.
- αμετάβατοαδιαθετώ, αρπάζω κρύωμα και δεν αισθάνομαι καλά Βικιλεξικό
- δεν πήγα σήμερα στη δουλειά επειδή κρύωσα/είμαι κρυωμένος
Ετυμολογία
κρυώνω < κρύ(ο) + -ώνω. Δείτε και το μεσαιωνικό κρυαίνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρυώνω | κρυώνεις | κρυώνει | κρυώνουμε | κρυώνετε | κρυώνουν / κρυώνουνε |
| Παρατατικός | κρύωνα | κρύωνες | κρύωνε | κρυώναμε | κρυώνατε | κρυώναν / κρυώνανε / κρύωναν |
| Αόριστος | κρύωσα | κρύωσες | κρύωσε | κρυώσαμε | κρυώσατε | κρυώσαν / κρυώσανε / κρύωσαν |
| Μέλλοντας | θα κρυώνω / θα κρυώσω | θα κρυώνεις / θα κρυώσεις | θα κρυώνει / θα κρυώσει | θα κρυώνουμε / θα κρυώσουμε | θα κρυώνετε / θα κρυώσετε | θα κρυώνουν / θα κρυώνουνε / θα κρυώσουν / θα κρυώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρυώσει | έχεις κρυώσει | έχει κρυώσει | έχουμε κρυώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρυώσει | είχες κρυώσει | είχε κρυώσει | είχαμε κρυώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρυώσει / να κρυώνω / να κρυώσω | να έχεις κρυώσει / να κρυώνεις / να κρυώσεις | να έχει κρυώσει / να κρυώνει / να κρυώσει | να έχουμε κρυώσει / να κρυώνουμε / να κρυώσουμε | να κρυώνετε / να κρυώσετε | να κρυώνουν / να κρυώνουνε / να κρυώσουν / να κρυώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κρυωμένο / κρύωνε / κρύωσε | — | — | κρυώνετε / κρυώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →