κτηματογράφηση
•
- νεολογισμόςη διαδικασία της καταγραφής κτημάτων σε κτηματολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτηματογράφηση < κτήμα + -ο- + -γράφηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματογράφηση | κτηματογραφήσεις |
| Γενική | κτηματογράφησης | κτηματογραφήσεων |
| Αιτιατική | κτηματογράφηση | κτηματογραφήσεις |
| Κλητική | κτηματογράφηση | κτηματογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →