Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κτηματογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κτηματογράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κτηματογραφικός < κτηματογράφηση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτηματογραφικόςκτηματογραφικήκτηματογραφικό
Γενικήκτηματογραφικούκτηματογραφικήςκτηματογραφικού
Αιτιατικήκτηματογραφικόκτηματογραφικήκτηματογραφικό
Κλητικήκτηματογραφικέκτηματογραφικήκτηματογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκτηματογραφικοίκτηματογραφικέςκτηματογραφικά
Γενικήκτηματογραφικώνκτηματογραφικώνκτηματογραφικών
Αιτιατικήκτηματογραφικούςκτηματογραφικέςκτηματογραφικά
Κλητικήκτηματογραφικοίκτηματογραφικέςκτηματογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →