κτηματογραφούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος κτηματογραφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κτηματογραφούμαι | κτηματογραφείσαι | κτηματογραφείται | κτηματογραφούμαστε | κτηματογραφείστε | κτηματογραφούνται |
| Παρατατικός | κτηματογραφούμουν | κτηματογραφούσουν | κτηματογραφούνταν | κτηματογραφούμασταν / κτηματογραφούμαστε | κτηματογραφούσασταν / κτηματογραφούσαστε | κτηματογραφούνταν |
| Αόριστος | κτηματογραφήθηκα | κτηματογραφήθηκες | κτηματογραφήθηκε | κτηματογραφηθήκαμε | κτηματογραφηθήκατε | κτηματογραφήθηκαν / κτηματογραφηθήκαν / κτηματογραφηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κτηματογραφηθώ / θα κτηματογραφούμαι | θα κτηματογραφείσαι / θα κτηματογραφηθείς | θα κτηματογραφείται / θα κτηματογραφηθεί | θα κτηματογραφηθούμε / θα κτηματογραφούμαστε | θα κτηματογραφείστε / θα κτηματογραφηθείτε | θα κτηματογραφηθούν / θα κτηματογραφηθούνε / θα κτηματογραφούνται |
| Παρακείμενος | έχω κτηματογραφηθεί | έχεις κτηματογραφηθεί | έχει κτηματογραφηθεί | έχουμε κτηματογραφηθεί | έχετε κτηματογραφηθεί | έχουν κτηματογραφηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κτηματογραφηθεί | είχες κτηματογραφηθεί | είχε κτηματογραφηθεί | είχαμε κτηματογραφηθεί | είχατε κτηματογραφηθεί | είχαν κτηματογραφηθεί |
| Υποτακτική | να έχω κτηματογραφηθεί / να κτηματογραφηθώ / να κτηματογραφούμαι | να έχεις κτηματογραφηθεί / να κτηματογραφείσαι / να κτηματογραφηθείς | να έχει κτηματογραφηθεί / να κτηματογραφείται / να κτηματογραφηθεί | να έχουμε κτηματογραφηθεί / να κτηματογραφηθούμε / να κτηματογραφούμαστε | να έχετε κτηματογραφηθεί / να κτηματογραφείστε / να κτηματογραφηθείτε | να έχουν κτηματογραφηθεί / να κτηματογραφηθούν / να κτηματογραφηθούνε / να κτηματογραφούνται |
| Προστακτική | — | κτηματογραφήσου | — | — | κτηματογραφείστε / κτηματογραφηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →