κτηματομεσιτικός
•
- που έχει σχέση με κτηματομεσίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κτηματομεσιτικός < κτηματομεσίτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματομεσιτικός | κτηματομεσιτική | κτηματομεσιτικό |
| Γενική | κτηματομεσιτικού | κτηματομεσιτικής | κτηματομεσιτικού |
| Αιτιατική | κτηματομεσιτικό | κτηματομεσιτική | κτηματομεσιτικό |
| Κλητική | κτηματομεσιτικέ | κτηματομεσιτική | κτηματομεσιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κτηματομεσιτικοί | κτηματομεσιτικές | κτηματομεσιτικά |
| Γενική | κτηματομεσιτικών | κτηματομεσιτικών | κτηματομεσιτικών |
| Αιτιατική | κτηματομεσιτικούς | κτηματομεσιτικές | κτηματομεσιτικά |
| Κλητική | κτηματομεσιτικοί | κτηματομεσιτικές | κτηματομεσιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →