Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυβισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ζωγραφικήκαλλιτεχνικό ρεύμα σύμφωνα με το οποίο τα αντικείμενα παρίστανται σαν ένα σύνολο από επίπεδα Βικιλεξικό
    • Οι έντονες χρωματικές κλίμακες, οι γραμμικές εκτελέσεις και τα γεωμετρικά μοτίβα, η μετωπική διάταξη των μορφών, η έλλειψη τρίτης διάστασης, η σχηματοποιημένη γεωμετρίζουσα πτυχολογία, οι στερεομετρικοί όγκοι και η κατανομή τους στο χώρο είναι χαρακτηριστικά που ως προδρομικά ζωγραφικά στοιχεία ευθέως παραπέμπουν στον κυβισμό, το φωβισμό, τον υπερρεαλισμό ή και τον εξπρεσιονισμό.
  2. αυτοκίνησηχωρητικότητα κυλίνδρων μέσα στον κινητήρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυβισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική cubisme < cube < λατινικό cubus < ελληνικό κύβος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυβισμόςκυβισμοί
Γενικήκυβισμούκυβισμών
Αιτιατικήκυβισμόκυβισμούς
Κλητικήκυβισμέκυβισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →