Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυβιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κυβισμό ή τους κυβιστές αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κυβιστικός < κυβιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυβιστικόςκυβιστικήκυβιστικό
Γενικήκυβιστικούκυβιστικήςκυβιστικού
Αιτιατικήκυβιστικόκυβιστικήκυβιστικό
Κλητικήκυβιστικέκυβιστικήκυβιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυβιστικοίκυβιστικέςκυβιστικά
Γενικήκυβιστικώνκυβιστικώνκυβιστικών
Αιτιατικήκυβιστικούςκυβιστικέςκυβιστικά
Κλητικήκυβιστικοίκυβιστικέςκυβιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →