κυβιστικός
•
- που έχει σχέση με τον κυβισμό ή τους κυβιστές αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυβιστικός < κυβιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβιστικός | κυβιστική | κυβιστικό |
| Γενική | κυβιστικού | κυβιστικής | κυβιστικού |
| Αιτιατική | κυβιστικό | κυβιστική | κυβιστικό |
| Κλητική | κυβιστικέ | κυβιστική | κυβιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβιστικοί | κυβιστικές | κυβιστικά |
| Γενική | κυβιστικών | κυβιστικών | κυβιστικών |
| Αιτιατική | κυβιστικούς | κυβιστικές | κυβιστικά |
| Κλητική | κυβιστικοί | κυβιστικές | κυβιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →